Διάλεκτοι

Τοπική διάλεκτος


Η ντοπιολαλιά χάνεται κυρίως από τα «κόμπλεξ» που νιώθουν οι νεότεροι μετοικίζοντας για εργασιακούς λόγους σε αστικά κέντρα, όπου προσπαθούν να ενσωματωθούν στο κοινωνικό τους περίγυρο και νιώθουν ντροπή να χρησιμοποιήσουν τους τοπικούς ιδιωματισμούς. Έτσι προσπαθούν να τους αφήσουν εκτός του προφορικού λόγου και σταδιακά από γενιά σε γενιά χάνονται οριστικά.

Όμως, δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι αυτές οι τοπικές λέξεις, δηλαδή η ντοπιολαλιά, είναι που σε κάνει πολλές φορές να νιώθεις ένα με τα χώματα που σε γέννησαν.

Πόσες φορές δεν πλημμύρισε κανείς από ένα αίσθημα ζεστασιάς όταν σε τόπο μακρινό και σε ανύποπτο χρόνο άκου σε μια λέξη ή φράση που να του θυμίσει το χωριό του, τον παππού, τον τόπο και τις ημέρες που πέρασε σ’ αυτόν πολλές ή λίγες…

Πρωτοπόρα ήταν η απόφαση της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Τζουμέρκων (ΙΛΕΤ) να καταγράψει και να διασώσει τη «ντοπιολαλιά» των Τζουμέρκων. Η έρευνα και η καταγραφή έχει ξεκινήσει. Το τόλμημα δεν ήταν εύκολο. Η οργάνωση όμως που ξεκίνησε πολύ νωρίτερα από την ΙΛΕΤ είναι το ήμισυ του παντός. Και η οργάνωση είναι αυτή που θα εξασφαλίσει το αποτέλεσμα.

Την εποπτεία και την επιστημονική υποστήριξη του όλου εγχειρήματος έχει αναλάβει η καθηγήτρια Λαογραφίας του πανεπιστημίου Ιωαννίνων Μαρίνα Βρέλλη. Ήδη οι ομάδες έχουν αρχίσει να εργάζονται και σταδιακά πραγματοποιούνται συναντήσεις μεταξύ τους για την αντιπαραβολή και ένα πρώτο έλεγχο των πληροφοριών, ώστε να εξασφαλίζεται η μεγαλύτερη δυνατή αξιοπιστία και φερεγγυότητα των καταγραφόμενων στοιχείων.

Αλφαβητικός πίνακας τοπικής διαλέκτου (με χιουμοριστική διάθεση) απο το: http://www.artinoi.gr/
Α
ααα; τι είπατε;
αααααααα σωστά, ή κατάλαβα
α! α! α! ναι! ναι! ναι!
απάν – απκάτ – σιακεί – σιαπάν δήλωση κατεύθυνσης
απθώνω αφήνω κάτι κάπου
αποσβολώθκα μου πετάχτηκαν τα μάτια έξω
αντραποδίθκα περδικλώθκα, σκόνταψα
απστόμσει αναποδογύρισε
απόστασα κουράστηκα
αφσκιά ασχήμια!
ακορμένομαι ακούω με προσοχή
απδισιά πήδημα
απήδσα μσουρανίς σηκώθηκα στον αέρα
αναμέρα κάνε άκρη
αρπαλίκι η γκλίτσα
αστόησα ξέχασα
αλσίβα απορρυπαντικό του παλιού καιρού φτιαγμένο από στάχτη
απστόμσε αναποδογύρισε
αύλακας αυλάκι, ρυάκι
άμπνασόμπ ου διάουλους άντε που να σου μπει ο διάολος
άμνασίεθαβα άντε που να σε έθαβα
αποκουντριασμένους αποχαυνωμένος
αλλομανάω μακελεύω, λιανίζω
αναχιτώνω αγριεύω
αντράλα, χαρβαλασιό φασαρία
αντάρα ομίχλη, θολούρα
αναφανταλιά (μου’ρθε αναφανταλιά) ζαλίστηκα

 

Β
βατσνιά αγκάθια – πουρνάρια
βερβέριξε το πετσί μου ανατρίχιασα
βέλαξα(απ’τον πόνο) φώναξα δυνατά ή πόνεσα πολύ
βαλάντωσα (στό κλάμα) έκλαψα πάρα πολύ
βρούδια αυτοσχέδιες πισίνες της φύσης στα ποτάμια

 

Γ
γούπατο εσοχή
γκλαγκανάω καταπίνω με έντονα γλου-γλου
γατσούλι γατάκι
γούρμασε ωρίμασε
γκοέρα στην κυριολεξία, το θηλυκό του σταγαλινίου, χρησιμοποιείται ως έκφραση και για τους gay.
γκαβώθκα τυφλώθηκα
γκλιορεύω είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, πριν με πάρει ο ύπνος
γίγκει αόριστος του γίνομαι
γέρεψα γιατρεύτηκα, έγινα καλά – έγινα γερός
γρούσπα κουφάλα, τρύπα
γραδώνω στριμώχνω,αγκιστρώνω, σκαλώνω , μπλέκομαι
γκεύω βουτάω, μουσκεύω (να γκέψω λίγο ψουμάκ’)
γκουστέρα μεγάλη πράσινη σαύρα
γουργουλεύω ανακατεύω
γκρικι πισινός
γύκος σωρός από στρώματα
μη μι γκιουιζ μη με αγγίζεις
καταϊ κάτω

 

Δ
δαμάλι ταύρος
δρασκέλατο απήδατο, πηδηξέ το

 

Ζ
ζαλοκνιέμαι ζαλίζομαι, κουνιέμαι
ζάρκο γυμνό, ξεμπλέτσοτο
ζβάου σβήνω
ζίβα σβήσε
ζίβα τ’φεξ σβήσε το φως
ζαφτω πέφτω
ζγουρ ζυγούρι
ζλάπ το ζώο γενικώς, ατίθασος άνθρωπος
ζαβλακώθκα νύσταξα ή δεν ξέρω που είμαι
ζγώνω πλησιάζω
ζμπύλ(η) στην πύλη (αρτινός φρουρός στο στρατό)
ζμπάω βάζω – σπρωχτά
ζαγκανιέμαι κουνιέμαι ρυθμικά
ζμάχια πράσινο υδρόβιο φυτό του γλυκού νερού.
γλυστράνε πιο πολύ από μπανανόφλουδα
ζαλγκόθκα μεταφέρω κάτι στην πλάτη (συνήθως ξύλα)

 

Κ
καρκαμπίλα ήλιος καυτός
καρκόθκα πνίγηκα
κατσκανάρ ζωηρός
κλιορεύομαι κοιμάμαι
κλιτσινάρ αδύνατος
κοντοτούρτα σκορπιός (σε μερικά χωριά των Τζουμέρκων)
κουρδκουγκλιέμαι κάνω τούμπες
κουτσιούμπλισα στραμπούλιξα το δάχτυλο του ποδιού (σχεδόν πάντα το μεγάλο!)
κορδομπούλιασε σβόλιασε
καλογιάννος τό μικρό πουλάκι κι αυτό
κριτσάλσε κριτσάνησε ή κάτι τέτοιο
καλοσκέρσα πρωτοδοκίμασα
κύκαρη φλιτζάνι
κουτσούνα μικρό ζυμωτό ψωμί με ζάχαρη ψημένο στα κάρβουνα
κρεβατίνα κληματαριά, που χρησιμοποιείται για ίσκιο
καρδάρα μεταλλικός κουβάς για το γάλα
κοτοπούλι κοτόπουλο
καλιγκότς κάποιος κουβαλάει κάποιον στην πλάτη του
κοκονάκι οταν κάποιος κάθεται με λυγισμένα τα γόνατα.
κοσά τό δρεπάνι
κοσί γρήγορα
κρένω μιλάω
κοματσιούλι μικρό τεμάχιο ψωμιού συνήθως υπόλειμμα
κατσούλα η κουκούλα,από πανοφώρι
καρκαριέμαι γελάω δυνατά
κριτσίλωσε στράβωσε (τόσο που έγινε σχεδόν κόμπος)
κοκόσιες καρύδες
κλαπατσίγκανα όργανα, ορχήστρα
καρκαλοϊόται κακαρίζει (η κότα)
κρούω αγγίζω
κριτσιανοβόλσε έσπασε με δυνατό θόρυβο
κούρβαλα μπελάδες
πλιτσίκι μούσκεμα
καρκαλοϊτό ανακοίνωση νέου αυγού από την κότα
κοδέλα κλειστή στροφή
κουρδουκλίεμαι κάνω τούμπες, στριφογυρνάω
κουμάσι γουρουνόσπιτο(παλιάνθρωπος)
καρδιλάγγος, καταπιόνας λαιμός(καρδιλαγγονιά δεν υπάρχει)
καταψιά γουλιά ή μπουκια
κουκουμέλα μανιτάρι
κούντρισα χτύπησα το κεφάλι μου
καρυδώνω πνίγω (θα τ’καρυδώσω)
καστραβέτς αγκούρι
κιο αφού (κιο δεν έχω φράγκο)

 

Λ
λάιος μαύρος
(γ)λαρωνω ησυχαζω
λαβίδα κουτάλι
λούτα Η αχτένιστη,απεριποίητη γυναίκα
λιόκια αρ***α
λιμπά λιόκια
Λιάρδα φσέκι, μεθώ
λάκσα (πλυθ. λακίσαμαν) πήρα δρόμο, έφυγα τρέχοντας

 

M
μαβλάω προσκαλώ τα ζωντανά ή τα κατοικίδια
μαντζακούπ αντρικό γεννητικό όργανο!
μαντρί στάβλος
μαρκούτσ Ξύλο, αντικό όργανο, κάτι που δεν ξέρω πως δουλεύει, τηλεκοντρόλ (φέρ’το μαρκούτσ)
μπόκαλο μικρή πέτρα
μαρμίτα τα λεφτά
ματουϊάλα γυαλιά οράσεως
ματσλάω μασάω
μουλοκάναρο τό αποτέλεσμα ζευγαρώματος, ανάμεσα σ’ένα στραγαλίνι κι ένα καναρίνι
μπαϊλσιά ζαλάδα
μπαϊλσα ζαλίστηκα
μπακακάκι βατραχάκι
μπακανιάρικο τό παιδί,πού εχει πρησμένη κοιλιά
μπακάνιασα πρήστηκα, από το πολύ νερό, ποτό
μπακατσέλη μπακακάκι
μπακτσές τό χωράφι μάλλον
μπαρχάλα διχάλα
μπασιά έχει ρεύμα, φυσάει
μπζιάκα βατράχι – vampire μεγάλου μεγέθους που πίνει αίμα από πρόβατα
ο μπζιάκας αυτός που είναι χοντρούλης
η μπζιάκα είναι επίσης γνωστή και σαν «μπράσκα», εξ ού και ο «μπασκοκοίλης»
μπηχτοκέφαλα με το κεφάλι κάτω
μπλαθρώνω σκεπάζω κάτι πρόχειρα, καλύπτω
μπλαντάμ ό άχαρος, χοντροκομένος άνθρωπος
μπελι (μόνο την κυριολεξία ) πτυοσκάπανο
μπλετσιανάω πλατσουρίζω ή κάνω μπάνιο σε ρηχά νερά
μπολιάζω εμβολιάζω
μπουρμπούτσιαλο έντομο
μπομπότα τό ψωμί από καλαμπόκι
μπραστ έφυγε γρήγορα
μπστούρια πέτρες
μσαφιραίοι επισκέπτες
μτσούνια μούρη
μχαρής καμινάδα
μόσκι μοσχάρι
μπεκιώνα κανάτα
μαρκαλάω κάνω sex
ματζαφλάρ κάτι μακρύ
μαβλάω φωνάζω (τις κότες ή τα πρόβατα)
μπασκίνας χωροφύλακας
μπούγλα τενεκές
τον μούτεψα τον διέλυσα

 

Ν
ντζιομανίκι γκλίτσα, μαγγούρα
νταούλιασε μέθησε
ντζιοπάνς γιδοβοσκός (γκλίτσμαν)
νομ’ ή ναμ’ δώσε μου
νέσπλο μούσμουλο
νταβλαρώθκα έπεσα κάτω ή ξάπλωσα απότομα
ντμπάτσαμαν την πατήσαμε

 

Ξ
ξαποστάζω ξεκουράζομαι
ξιμπλιέτσοτο γυμνό
ξιτσαουλιάστκα μου έφυγε το στόμα μου έφυγε το σαγόνι
ξεντραχτώθκα διαλυθηκα
ξεσκλάω σκίζω
ξεκλιτσνιάσκει, ξεφιστουκιάσκει διαλύθηκε
ξεσκανταλίσκει απορυθμίστηκε
ξετσόνιασες απέκτησες θάρρος
ξεμτσουνιάσκαν τράκαραν μετωπικά
ξεμοτόχου αποκλειστικά
ξεσφυρου χώνω
ξίκι να γένει κομάτια να γίνει
ξιώτε Ξύνεται (Ο Στέφανος ξιώτε στμπλατ γιατί τουν έφαε ντάβανος)

 

Ο
Ούι Ο λόγος που η Άρτα θεωρείται το μικρό Παρίσι! Συνήθως εκφράζει έκπληξη

 

Π
πλομάτσα στρώμα
πομποσιά ασφυξία
πουμπόθκα πνίγηκα – δεν μπορώ να πάρω ανάσα
πριτσιαλάω κάνω sex
πριτσαλίστκα κάηκα
μ΄πρισκάλσι στραβοκατάπια
πλακοπάϊδα παγίδα για πουλιά με επίπεδη πέτρα
παρασόλισα φοβήθηκα, τρελάθηκα
πτσάς υποτιμητικά ο άνδρας
πτσαρας αγορι (αντίθετο τσουπρα=κοριτσι)
πρατίνα προβατίνα
πσλά ψηλά
πλακόφωνο πικάπ
πράματα τά πρόβατα
πετσί επιδερμίδα, δερμα σύνταξη με πετσί (πετσώνω=καλύπτω επιφάνεια αλλα και κάνω sex, βερβέριξε το πετσί μου=ανατρίχιασα, θα σ΄σκωσω το πετσί=θα σε κάψω ή θα σε κερδίσω στη δηλωτή, στα πετσιά μου= στα αρχ***α μου)
πρατζαφίλια μικρά τεμάχια -παρελκόμενα-μικρής χρηστικότητας!
πετρόβεργο πλάστης για πίτες
πιπίτιασα δίψασα πολύ
πουνιάζομαι τρώω
ποστιάζω βαζω το ένα πάνω στο άλλο
πάφλας(πλυθ. παφίλια) τενεκές τσίγκινος (ή μυαλό άστα να πάνε…)
πλουτούμ μούσκεμα
πεταστή λαγάνα
προφάν τό καλαμάκι(μέ αυτό πού ρουφάν)
πααίνω αντικιαστά πάω στα τυφλά
πθαμή παλάμη

 

Ρ
ρογγαλιάσκα μου μπήκε ακίδα
ρογγαλιάσκα μου μπήκε ακίδα
ρουπώνω χορταίνω, ρούπωσα=έφαγα
ρέκος σπαρακτικό κλάμα
ρεκοβέλαξα κλάμα και ουρλιαχτό στην ίδια κραυγή (στούμπσα το δάχλο=αιτία για ρεκοβέλασμα)
ρόκα καλαμπόκι
ρεχατιάζω ξεκουράζομαι-λαγοκοιμάμαι

 

Σ
σβόηρας – κατσκανάρ ζωηρός
σκρούμπος κάηκε εντελώς – καρβουνιάστηκε
σφρουτζούλατο πέτα το
σκαφίδα μεγαλη λεκάνη
σφαλαγγούδια αράχνες
σκανταλάρια εξαρτήματα για την παγίδα παραπάνω
σαφρακιασμένο tό αδύνατο ή αδύναμο, τό κακόμοιρο
σπλιτζάρ τό μικρό πουλάκι
σιάφαρο άσχημη γυναίκα
σάφαρο ασχημος ή άσχημη
σιέρπετο φίδι (ή άσχημη γυναίκα)
σκρούμπος κάτι καμμένο
σαλιβάρι φερετζές για ζώα(προς αποφυγή δαγκώματος)
σφουγγάω σκουπίζω
σαρμανίτσα κούνια
σκλέντζα είδος παιχνίδιου
σιούγκρα τον σκουντησέ τον
σιουρμανάω σφυρίζω δυνατά
σπρούχνη (χόβολη) στάχτη με κάρβουνα
σκόπι ραβδί-μπαστούνι
σαλακατές φασαρία
σφρίδα πρωκτός
σιλούντιασα ζαλίστηκα – μπερδεύτηκα
σατλά χαζά
με σιούρξε ξεπάγιασα

 

Τ
τένες αθλητικά παπούτσια
τσαρναράει στάζει – τρέχει νερό
τσικλίσκα σκίστηκα
τράω κοιτάζω
τσιροπούλι μικρό πουλί
τσιοκανάω ευνουχίζω
τσακμάκι αναπτήρας(περίπου)
τσιόκος ή τζιόκος πέος (στο τζιόκο μου=στο που*σο μου, κλάσε μας το τζιόκο)
τλώνω (αόριστος τίλωνα) γεμίζω ασφυκτικά
τίγκα γεμάτο όσο δεν παίρνει άλλο
ξανθιά πωλήτρια: θα πληρώσετε με πιστωτική;
αρτινός: τ΄ν ΄νει τίγκα(γεμάτη)
ξανθιά πωλήτρια: μ… δεν συνεργαζόμαστε με αυτή τη μάρκα
τσιακναρίδα πολύ λεπτή γάμπα
τσίφλια(τα) μάτια
τσέρλο ρευστά κόπρανα
τσιαούλια σαγόνι

 

Φ
φαρμακώθκα στεναχωρήθηκα
φραστ γρήγορη κίνηση
φκάρι θήκη
φκιαρ’ το φτιάρι
φουρδακλιάζω πήρα φωτιά
φκαρ η φλούδα που μένει από τα ξερά φασόλια, μεταφορικά: άχρηστος άνθρωπος: είσαι φκαρ
φλιτράω πετάω
φουρτουλάω πετάω
φρουτζούλα το πεταξέ το
φσέκι Λιάρδα, μεθώ

 

Χ
χιζουβόλσια χέστηκα!
χλιάρ κουτάλι
χαλεύω ζητάω
τσ’χάλεψα ψουμάκι = της ζήτησα φαγητό
τσ’χάλεψα **ί = της ζήτησα να κάνουμε έρωτα
χάθκαμαν χαθήκαμε
χλιιμάρα η έντονη μιζέρια
χυμονικό καρπούζι

ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ – ΑΠΟΡΙΕΣ
Αϊ τσα χπαν = έλα επάνω
μη ζγωνς ντηπ, μέσα ειν’ τίγκα = μην πλησιάζεις, μέσα είναι γεμάτο κόσμο
Ζτπαμπ ζπρωτ = «Στην πάμπ την πρώτη» (την καλύτερη…)
μη μ΄σκονς αλμπασία = μη με ενοχλείς
από που ξεκάμπσες; = από που εμφανίστηκες;
πραζ’ αντράω; = πειράζει αν βλέπω και εγώ;
Που γκιζιράτι ζαλιάρκα, κουσί να πουνιαστίτι = που γυρνάτε διαβολόπαιδα, ελάτε γρήγορα να φάτε
Ζάρκο Πάσπαλι = γυμνός πας πάλι, καθώς και γνωστός μπασκετμπολίστας
Στο συνεργείο: Καπ απ’κατ, καπ καν γκαπ γκαπ = Κάπου στο κάτω μέρος του αυτοκινήτου, ακούγεται μεταλλικός επαναλαμβανόμενος θόρυβος

 

ΑΠΕΙΛΕΣ – ΕΝΤΑΣΕΙΣ – ΒΡΙΣΙΕΣ – ΚΑΤΑΡΕΣ
θα ζμασω τα τσιαούλια = θα σου ρίξω γροθιά στο σαγόνι
Θα σ’μιτρίσω τα παϊδια
Θα σ΄ μάσω τσ΄ μύτες…
Θα σ΄ φάου του καρδιλάγγου (απάντηση: θα μ΄ κλάσεις το τζιόκο)
αι γαμισ΄
γαμουτου κιαρατό σ΄
θα σι σκίσου στ’κλια
θα σι πιληκίσου
θα σι ξισκίσου
μη μα’ μποχνς = μην σπρώχνεις
μη μι’ κρους = μην μ’ακουμπάς
είσι μιτζμένου = είσαι μεθυσμένος
Θα σ’ αφαλουκόψου
Θα σε λιανίσου
Θα σ’ αλουμανίσου
Θα σε ζάψου
Θα σε φουρδακλιάσου
Ουίιι παιδάκι μ’ εσύ είσι πέρα τ’λάκα!
Μπιτ ζλαπ!
Δεν σ’κοβ’ του κιφαλ’!
να σε κλαιν 9 Μαρίες…
να σε κόβ’ η νίλα…
να σε κόβ’ η κλοια από κραμπολάχανο…
θα σ’ ξικολόσω τ’αυτιά
θα ζ΄μαυρίσω τα καλαμίδια
(χ)άι και σα ΄μπάρω του σκόπι, θα στ΄ αργάσω του τομάρ΄

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s